Αχάϊα

Sp Achajà Ap Αχάϊα/Achaïa L C Graikijos ist. sr. ir nomas

Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė.

Look at other dictionaries:

  • Ἀχαία — Ἀχαΐᾱ , Ἀχαία grief fem nom/voc/acc dual Ἀχαΐᾱ , Ἀχαία grief fem nom/voc sg (attic doric aeolic) Ἀχαίᾱ , Ἀχαία grief fem nom/voc/acc dual (ionic) Ἀχαίᾱ , Ἀχαία grief fem nom/voc sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀχαιά — ἀχαιά̱ , ἀχαιά grief fem nom/voc/acc dual ἀχαιά̱ , ἀχαιά grief fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχαίᾳ — Ἀχαΐᾱͅ , Ἀχαία grief fem dat sg (attic doric aeolic) Ἀχαίᾱͅ , Ἀχαία grief fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀχαιά — Ἀχαιός Achaean neut nom/voc/acc pl Ἀχαιά̱ , Ἀχαιός Achaean fem nom/voc/acc dual Ἀχαιά̱ , Ἀχαιός Achaean fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αχαΐα — Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της βορειοδυτικής Πελοποννήσου και διοικητική διαίρεση (νομός) με πρωτεύουσα την Πάτρα, έκταση 3.209 τ. χλμ. (791 πεδινά, 462 ημιορεινά και 1.956 ορεινά) και πληθυσμό 322.789 κάτ.. Ο νομός συνορεύει στα Α με τον… …   Dictionary of Greek

  • Αχαΐα — η περιοχή στη βόρεια Πελοπόννησο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κάτω Αχάϊα — Sp Kãto Achajà Ap Κάτω Αχάϊα/Kato Achaïa L V Graikija …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • Άνω Αχαΐα — Πεδινός οικισμός (υψόμ. 60 μ., 402 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται πάνω σε λόφο, στα Ν της Κάτω Αχαΐας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Δύμης …   Dictionary of Greek

  • Κάτω Αχαΐα — Πεδινή κωμόπολη (υψόμ. 40 μ., 5.518 κάτ.) στην πρώην επαρχία Πατρών του νομού Αχαΐας. Βρίσκεται στον μυχό του Πατραϊκού κόλπου, 23 χλμ. ΝΔ της πόλης της Πάτρας. Αποτελεί έδρα του δήμου Δύμης …   Dictionary of Greek

  • Ἀχαίας — Ἀχαΐᾱς , Ἀχαία grief fem acc pl Ἀχαΐᾱς , Ἀχαία grief fem gen sg (attic doric aeolic) Ἀχαίᾱς , Ἀχαία grief fem acc pl (ionic) Ἀχαίᾱς , Ἀχαία grief fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.